Η ποιότητα των νόμων οδηγεί σε ασφάλεια δικαίου

strict warning: Declaration of views_plugin_style_default::options() should be compatible with views_object::options() in /home/koinonik/public_html/sites/all/modules/views/plugins/views_plugin_style_default.inc on line 24.

Η υποβάθμιση του νομοθετικού έργου ενισχύει το έλλειμμα εμπιστοσύνης σε νομοθετική και εκτελεστική εξουσία
Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 178 του νόμου «Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις» για τη συμμετοχή και πολιτικών προσώπων σε εξωχώριες εταιρείες δημιούργησε πολλαπλά ερωτηματικά σχετικά με τη σκοπιμότητα της ρύθμισης.

Υπήρξε έντονη άσκηση δημόσιας κριτικής και η επιχειρηματολογία επικεντρώθηκε όχι απλά στην ηθική της διάσταση, αλλά και στο περιεχόμενο αυτό καθ’ αυτό, διότι οι ασκούντες τη διακυβέρνηση της χώρας έχουν υποχρέωση και καθήκον να αποδεικνύουν ότι κάθε νομοθετικό μέτρο προσβλέπει στην υπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και στη συγκεκριμένη περίπτωση και στην υπεράσπιση του πολιτικού κόσμου, δηλαδή πρέπει να μας εισάγει στο πεδίο εφαρμογής των αξιών και στη θωράκιση των θεσμών.

Όταν, ειδικότερα είναι γνωστό σε όλους η ισχύουσα απαγόρευση αναιρείται το όποιο επιχείρημα των «δανειστών», καθώς και οι συστάσεις της ομάδας κρατών κατά της διαφθοράς «για πληρέστερο καθορισμό των περιουσιακών στοιχείων που πρέπει να δηλώνονται.

Πρόκειται όμως για δύο διαφορετικά ποιοτικά στοιχεία. Η απαγόρευση σχετίζεται με το ασυμβίβαστο της πολιτικής ιδιότητας, δηλαδή δεν μπορεί ο πολιτικός να έχει καταθέσεις σε εξωχώριες εταιρείες, όταν καταβάλλονται τεράστιες προσπάθειες να χτυπηθεί η φοροδιαφυγή, το ξέπλυμα χρήματος κλπ.

Η Κυβέρνηση θέλοντας να τερματίσει το ατόπημα εισήγαγε στη Βουλή νέα τροποποιητική διάταξη με την απαγόρευση και μάλιστα με απόλυτο τρόπο.

Η περίπτωση αυτή φέρνει και πάλι στη δημοσιότητα τον τρόπο νομοθέτησης και κατ’ επέκταση το ρόλο των βουλευτών. Αυτό σημαίνει ότι η κυρίαρχη νομοθετική εξουσία υπακούει σε προειλλημμένες αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας και η έλλειψη χρόνου για μελέτη των επιπτώσεων συγκεκριμένων διατάξεων αποδεικνύει την ανάγκη για απόλυτο σεβασμό των συνταγματικών λειτουργιών, όπως της νομοθετικής στο πλαίσιο της ορθής εναρμόνισης.

Γι’ αυτό απαιτείτε μια νέα διάσταση του πολιτικού σχεδιασμού και ένα ποιοτικό άλμα της νομοθετικής εξουσίας, ώστε να αποκτήσει μια πραγματική δύναμη ελέγχου και να έχει μεγαλύτερη ελευθερία δράσης στην επεξεργασία των νόμων.

Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια σημαντικά νομοθετήματα που καθορίζουν την κοινωνικοοικονομική ζωή των πολιτών και το μέλλον της χώρας ψηφίζονται με επείγουσες και επομένως συνοπτικές διαδικασίες. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος δεν αρκεί για να εντρυφήσει ο βουλευτής σε κείμενα που τις περισσότερες φορές είναι δυσνόητα, παραπέμπουν σε πολλούς νόμους και είναι άσχετα με το κυρίως νομοθέτημα.

Έτσι η πίεση των περιστάσεων και η ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων υποβαθμίζουν το νομοθετικό έργο με αποτέλεσμα να εισάγονται διατάξεις ανεπαρκώς επεξεργασμένες που μέσα στις πρώτες ημέρες εφαρμογής ή και πριν τεθούν σε εφαρμογή εισάγονται εκ νέου για τροποποίηση.

Γι’ αυτό οι κανόνες καλής νομοθέτησης αποτέλεσαν το θεσμικό πλαίσιο του νόμου 4048/23/02/2012. Ήταν μια υποχρέωση που ήδη είχε γίνει αναγκαία από το 2003, όταν η επιτροπή Βροντάκη επεξεργάστηκε το πρώτο σχέδιο νόμου για την καλή νομοθέτηση και είχε παραδοθεί στον τότε Πρωθυπουργό από την Βάσω Παπανδρέου (Υπουργό Δημόσιας Διοίκησης τότε).

Όλοι παραδέχονται ότι η νομοθεσία χρειάζεται απλοποίηση και βελτίωση. Οι νόμοι πρέπει να είναι σαφείς, κωδικοποιημένοι, να γίνονται αντιληπτές οι διατάξεις και να ρυθμίζονται ζητήματα που μπορούν να υπηρετήσουν τις συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες με σεβασμό στο Σύνταγμα και στις Διεθνείς Συμβάσεις για την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Η νομοθεσία άλλωστε είναι αναντικατάστατη για τον καθορισμό των αρχών και των δικαιωμάτων αφού αφορά όλους τους πολίτες και όχι συμφέροντα.

Αρχές, όπως η απευθείας ρύθμιση με ελαχιστοποίηση των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων, η κωδικοποίηση, η ουσιαστική διαβούλευση, ο εκ των προτέρων προγραμματισμός για ορθή νομοθέτηση και ο περιορισμός της ανάγκης για μεταγενέστερη τροποποίηση, καθώς η αποτίμηση των αποτελεσμάτων κατά την εφαρμογή του νόμου, πρέπει να είναι απαράβατες.

Η διαβούλευση μάλιστα θεμελιώνει διαύλους επικοινωνίας με τους πολίτες, ενισχύει τη διαφάνεια και τη Δημοκρατία, μεγιστοποιώντας την κοινωνική συμμετοχή στην νομοπαρασκευαστική διαδικασία με αποτέλεσμα την ευρύτερη αποδοχή του δικαίου από την κοινωνία.

Είναι όμως γεγονός ότι η πολυνομία οδηγεί στη γραφειοκρατία, η οποία μεταφράζεται όχι μόνο σε άσκοπη ταλαιπωρία των πολιτών, σε αποθάρρυνση των επενδυτών και συρρίκνωση της επιχειρηματικότητας, αλλά και σε τεράστιο δημοσιονομικό κόστος. Πέραν του γεγονότος ότι η γραφειοκρατία με τη σειρά της ενισχύει τη διαφθορά, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος παράνομης συνδιαλλαγής με στόχο να παρακάμπτονται οι δαιδαλώδεις διαδικασίες.

Υπάρχει δηλαδή μια νομοθετημένη γραφειοκρατία. Αρκεί να σκεφτούμε ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια θεσπίστηκαν παραπάνω από τέσσερις χιλιάδες νόμοι και περισσότερες από εκατό χιλιάδες υπουργικές αποφάσεις.

Γι’ αυτό οι νομοθετικές ρυθμίσεις πρέπει να συντελούν στη μείωση του διοικητικού άχθους, στην ελάχιστη οικονομική επιβάρυνση, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και του ανταγωνισμού, το μικρότερο δυνατό κόστος στη λειτουργία της αγοράς, την αποφυγή δημιουργίας ανισοτήτων σε βάρος ευπαθών κατηγοριών του πληθυσμού, την ορθή και δίκαιη κατανομή των βαρών.

Πρόκειται για αρχές βάση των οποίων νομοθετούν οι Η.Π.Α ήδη από τη δεκαετία του 70’ και τις οποίες έχει αναγνωρίσει και προάγει η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Ο.Ο.Σ.Α., ο πρώτος διεθνής οργανισμός που συνέδεσε άμεσα την ανάπτυξη με την καλή νομοθέτηση.

Στην πορεία μάλιστα η οικονομική ανάλυση του δικαίου συνδυάστηκε με την κοινωνική ανάλυση και τη συμβολή του δικαίου στην κοινωνική ευημερία.
Δημοσιεύτηκε στο ΠΑΡΟΝ της Κυριακής 05/06/2016

Μαρία Ηλία Κυριακοπούλου

πρώην βουλευτής
μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου της «Κοινωνικής Συμφωνίας»